Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Η Παναγία της Γαράσαρης (Η Μονή της Θεοτόκου στο Καγιά-τιπι)



Στις 8 Ιανουαρίου του 454, γεννήθηκε στη Νικόπολη από πλούσια οικογένεια ευγενών, ο Ιωάννης ο Ησυχαστής. Σε ηλικία 18 ετών έχασε τους γονείς του Εγκράτιο και Ευφημία, οπότε αποφάσισε να μοιράσει την περιουσία του στους φτωχούς και να μονάσει. Έτσι, περίπου το 475, έχτισε τη Μονή της Παναγίας σε ένα κοίλωμα-σπηλιά  του βράχου της Αναλήψεως, λίγα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Νικόπολης. Εκεί έμεινε μαζί με δέκα άλλους μοναχούς, μέχρι το 481, όταν σε ηλικία 28 ετών χειροτονήθηκε Επίσκοπος Κολωνείας.

Με το πέρασμα των αιώνων η Μονή ερημώθηκε και απέμειναν μόνο ερείπια. Έπρεπε να περάσουν 13 αιώνες για να εμφανιστεί άξιος διάδοχος του Αγίου Ιωάννη του Ησυχαστή, κτήτορος της Παναγίας της Γαράσαρης.

Το 1785 λοιπόν, γεννιέται στο χωριό Χάχαβλα ο Ιωαννίκιος Θωμαϊδης, ο οποίος γύρω στο 1805-1810 εκάρη μοναχός και έβαλε σκοπό της ζωής του να ανοικοδομήσει το μοναστήρι. Τελικά το κατάφερε και περίπου μεταξύ 1812-1815 το οικοδόμημα ήταν έτοιμο και ο ίδιος έγινε Ηγούμενος της Μονής.


Το κτιριακό συγκρότημα είχε ισόγειο και τρεις ορόφους και κατασκευάστηκε από πελεκητή πέτρα των λατομείων της Κόρατζας (βόρεια της Νικόπολης).

Στο ισόγειο ήταν οι αποθηκευτικοί χώροι και μια κρύπτη. Στην άκρη, αριστερά της εισόδου, υπήρχε ένα υπόστεγο με τις επτά καμπάνες του μοναστηριού και λαξευτές δεξαμενές για τη συλλογή του βρόχινου νερού.

Στον πρώτο όροφο ήταν το γραφείο του Ηγουμένου, ξενώνας για τους επίσημους, δωμάτια για τους προσκυνητές, η τραπεζαρία και το μαγειρείο.

Στο δεύτερο όροφο ήταν τα κελιά των μοναχών και το Ηγουμενείο.


Στον τρίτο όροφο ήταν ο ναός της Μονής, με τρούλο που έφτανε μέχρι την οροφή της σπηλιάς. Μπροστά υπήρχε μεγάλος εξώστης με κάγκελα και πίσω ήταν τα αγιάσματα και το εκκλησάκι της Αγίας Άννας.

Η ανάβαση προς το μοναστήρι ξεκινούσε από τη βάση του βράχου της Αναλήψεως (που έχει 800 μέτρα ύψος) με ένα ελικοειδές μονοπάτι. Στη δεύτερη στροφή του μονοπατιού υπήρχε ένα διώροφο χάνι με στάβλο και αχυρώνα για τα ζώα. Στην τρίτη στροφή βρισκόταν το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας και αμέσως μετά, μέσω κοπιαστικής ανηφόρας, έφτανες στα προπύλαια της Μονής. Για να φτάσεις πλέον στο ναό, έπρεπε να ανεβείς εξήντα σκαλοπάτια.


Με την πάροδο των χρόνων η φήμη της Μονής εξαπλώθηκε σε όλο τον Πόντο και κάθε δεκαπενταύγουστο έφταναν χιλιάδες προσκυνητών για τη χάρη της. Η προσέλευση και το πανηγύρι άρχιζαν δύο τρεις ημέρες πριν το δεκαπενταύγουστο και κρατούσαν μέχρι τα εννιάμερα της Παναγίας. Βέβαια προσκυνητές έρχονταν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, αφού πίστευαν ότι η Παναγία της Γαράσαρης θεράπευε διάφορες αρρώστιες.

Στα πρώτα χρόνια η Μονή δεν είχε κτηματική περιουσία, μέχρι που οι κάτοικοι του Καγιά-τιπι (λογικά μετά από προτροπή του Ηγουμένου Ιωαννίκιου) δώρισαν πέντε χιλιάδες στρέμματα γης στο μοναστήρι, με την προϋπόθεση ότι θα τα εκμεταλλεύονται οι ίδιοι και θα πληρώνουν ενοίκιο γι’ αυτή τη χρήση.


Η περιουσία της Μονής μεγάλωσε τα επόμενα χρόνια, μετά από το εξής περιστατικό. Ο Ηγούμενος Ιωαννίκιος είχε πνευματικά χαρίσματα, ήταν και ρωμαλέος και με όλη τη δραστηριότητά του απολάμβανε σεβασμού από Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, οι οποίοι μάλιστα του είχαν δώσει το παρωνύμιο Κιοσέ Καραπάς.

Ο Ιωαννίκος λοιπόν είχε στενή σχέση με τον Τούρκο τσιφλικά του Αγουτμούς, Πεκτές-μπεη. Όταν το 1814 βρέθηκαν και οι δύο στην Κωνσταντινούπολη, ο Πεκτές-μπέης χτύπησε την έγκυο γυναίκα άλλου Τούρκου αξιωματούχου, με αποτέλεσμα αυτή να αποβάλλει και να πεθάνει. Ο Σουλτάνος Χαμήτ διέταξε να συλληφθεί ο ένοχος και να εκτελεστεί.


Ξέροντας ο Πεκτές-μπέης ότι ο Ιωαννίκιος βρισκόταν στο Πατριαρχείο, ζήτησε τη βοήθειά του και ο Ηγούμενος παρακάλεσε τον Πατριάρχη Ιωακείμ να μεσολαβήσει στο Χαμήτ. Ο Πατριάρχης επισκέφθηκε το Σουλτάνο και κατάφερε να τον πείσει να δώσει χάρη στον Πεκτές-μπεη. Έτσι ο Τούρκος τσιφλικάς γλίτωσε και για να ευχαριστήσει τον Ιωαννίκιο, δώρισε στο μοναστήρι τα τσιφλίκια του στο Τσιβή-τουτμάζ και στο Ελεκτζή-τουζιού. Μ’ αυτό τον τρόπο τα κτήματα της Μονής αυξήθηκαν στα δέκα χιλιάδες στρέμματα και έφταναν μέχρι τον ποταμό Λύκο. Από την εκμετάλλευση και την ενοικίαση των κτημάτων, το μοναστήρι είχε έσοδα που χρησιμοποιούσε για τη λειτουργία του και τη φιλοξενία των προσκυνητών.

Στις 25 Ιουνίου 1924 οι μοναχοί έφυγαν μαζί με τους άλλους κατοίκους της Νικόπολης, παίρνοντας μαζί τους τα ιερά κειμήλια της Μονής. Μέρος αυτών των κειμηλίων κατέληξαν στον ιερό ναό Κορυφών Καβάλας και τα περισσότερα στην εκκλησία της Παναγούδας, στη συνοικία της Αγίας Παρασκευής στην Καβάλα.


Οι ντόπιοι μουσουλμάνοι, πιστεύοντας ότι υπάρχουν κρυμμένοι θησαυροί, κατέσκαψαν και σχεδόν κατέστρεψαν ολοκληρωτικά το μοναστήρι. Σήμερα η πρόσοψη της Μονής στέκεται μπροστά μας στο ύψωμα της Αναλήψεως, τραυματισμένη και αφημένη στην τύχη της, να ατενίζει την κοιλάδα μέχρι το Σούσεχρη, αδιάψευστος μάρτυρας αιώνων ένδοξης ιστορίας των χριστιανών κατοίκων της Νικοπόλεως.


ΣΗΜ: Ο Ηγούμενος Ιωαννίκιος Θωμαϊδης που, μετά από 13 αιώνες από την ίδρυσή της, "ανέστησε" την Παναγία της Γαράσαρης και την ανέδειξε σε παμποντιακό προσκύνημα, ήταν από το χωριό Χάχαβλα.